Home Εκπαίδευση Course Curriculum
Εκλογή της δυναμοποίησης και το ένα και μόνο φάρμακο PDF Εκτύπωση E-mail

Εκλογή της δυναμοποίησης και το ένα και μόνο φάρμακο

Index
1. Ανάλυση ομοιοπαθητικής περίπτωσης και πρώτη συνταγογραφία
2. Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους και για προχωρημένους
3. Εκλογή της δυναμοποίησης και το ένα και μόνο φάρμακο

Παρακαλούμε σημειώστε ότι δεν επιτρέπεται να αντιγράψετε την σελίδα αυτή στη δική σας ιστοσελίδα. Ελέγξτε τη σελίδα μας περί πνευματικών δικαιωμάτων και αντιγραφής για περισσότερες πληροφορίες.

Η εκλογή της δυναμοποίησης

Όταν διαλέξει το φάρμακο ο γιατρός, η επόμενη απόφαση που πρέπει να πάρει είναι σχετικά με την εκλογή της δυναμοποίησης. Δεν υπάρχουν τυποποιημένοι κανόνες γι' αυτό, αλλά πολύ μεγάλο ρόλο παίζουν η εμπειρία και η παρατήρηση. Θα παρουσιάσουμε μερικές γενικές κατευθυντήριες γραμμές, που όμως πρέπει να κατανοηθεί απολύτως ότι δεν γράφονται για να υιοθετηθούν σαν «κανόνες».

Υπάρχει η τάση, ιδιαίτερα στους αρχάριους, να δίνουν περισσότερη σημασία από όση πρέπει στη δυναμοποιηση. Είναι περίεργο, αλλά πιο συχνά ρωτούν ένα δάσκαλο γιατί διάλεξε μια συγκεκριμένη δυναμοποιηση σε μια δεδομένη περίπτωση, παρά γιατί διάλεξε το συγκεκριμένο φάρμακο. Στην πραγματικότητα, όμως, η εκλογή της δυναμοποίησης έχει υποδεέστερη σημασία από την εκλογή του φαρμάκου. Ο πρώτος θεραπευτικός νόμος είναι ο Νόμος των Ομοίων και η υπόθεση της δυναμοποίησης είναι μόνο ένας βοηθητικός παράγοντας. Το σωστό φάρμακο θα δράσει θεραπευτικά σε οποιαδήποτε δυναμοποιηση και αν δοθεί, παρά το γεγονός ότι η σωστή δυναμοποιηση θα δράσει πιο ήπια και άνετα για τον ασθενή. Αντίστροφα, ένα λάθος φάρμακο μπορεί ή να μη δράσει καθόλου ή ακόμη και να χαλάσει μια περίπτωση, άσχετα από τη δυναμοποιηση που δόθηκε.

Είναι δύσκολο να καθοριστούν κατάλληλες κατευθυντήριες γραμμές για την εκλογή της δυναμοποίησης, γιατί σε μια δεδομένη περίπτωση, είναι αδύνατον να πούμε τι θα συνέβαινε εάν είχε δοθεί μία διαφορετική δυναμοποίηση. Ας υποθέσουμε ότι βλέπουμε έναν ασθενή με αρθρίτιδα, άσθμα και άγχος για την υγεία του. Του δίνουμε Arsenicum στην 30ή δυναμοποίηση και επέρχεται οριστική θεραπεία μετά από μία περίοδο έξι μηνών. Μπορεί κάποιος να υποθέσει ότι η δυναμοποίηση 10Μ θα επέφερε θεραπεία σε τρεις μήνες. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποδειχθεί, γιατί δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω και να δώσουμε την 10Μ για να το δούμε. Επί πλέον, δεν μπορούμε πραγματικά να παραβάλουμε δύο περιπτώσεις που φαίνονται ίδιες και να δώσουμε δύο διαφορετικές δυναμοποιήσεις• ποτέ δύο περιπτώσεις δεν είναι τελείως ίδιες. Έτσι, μια περίπτωση δεν μπορεί κανονικά να συγκριθεί με μια άλλη. Τέτοιες συγκρίσεις έχουν κάποιο κύρος μόνο κατά τη διάρκεια μιας ιογενούς επιδημίας, στην οποία πολλοί ασθενείς χρειάζονται το ίδιο φάρμακο. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, πράγματι, η αποτελεσματικότητα των υψηλότερων δυναμοποιήσεων μπορεί να καταδειχθεί πειστικά, αλλά αυτή η εμπειρία δεν μπορεί αναγκαστικά να χρησιμοποιηθεί στις χρόνιες περιπτώσεις. Οι χρόνιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν μεγάλη ποικιλία παραγόντων και έτσι, οποιαδήποτε κατευθυντήρια γραμμή για την εκλογή της δυναμοποίησης εκεί, μπορεί να θεωρηθεί μόνο σαν κάποια γενική ιδέα παρά κανόνας.

Υπάρχουν ορισμένοι τύποι περιπτώσεων στους οποίους πρέπει να χρησιμοποιηθούν σχετικά χαμηλές δυναμοποιήσεις - τουλάχιστον αρχικά. Ασθενείς με αδύνατες ιδιοσυστασίες, ηλικιωμένοι ή εξαιρετικά ευαίσθητα άτομα, πρέπει να παίρνουν δυναμοποιήσεις κυμαινόμενες περίπου από την 12χ έως την 200CH. Ο λόγος είναι ότι υψηλότερες δυναμοποιήσεις μπορεί να υπερδιεγείρουν τους αδύναμους αμυντικούς μηχανισμούς, επιφέροντας περιττές δυνατές επι- δεινώσεις (οι επιδεινώσεις θα συζητηθούν στο επόμενο κεφάλαιο). Αυτή η αρχή ταιριάζει ιδιαίτερα σε ασθενείς που ξέρουμε ότι έχουν συγκεκριμένη παθολογική διαταραχή στο σωματικό επίπεδο - όπως αρτηριοσκλήρωση, καρκίνο, στεφανιαία αρτηριοπάθεια. Όταν η παθολογική διαταραχή έχει φτάσει σε προχωρημένα στάδια στο σωματικό επίπεδο, η ιδιοσυστασία έχει ανάλογα εξασθενήσει και η χρησιμοποίηση ακόμα και του σωστού φαρμάκου σε υψηλή δυναμοποίηση μπορεί να επιφέρει μεγάλη ταλαιπωρία. Έτσι, γενικά, μπορούμε να πούμε ότι όσο σοβαρότερη είναι η σωματική παθολογική διαταραχή, τόσο μικρότερη δυναμοποίηση πρέπει να χρησιμοποιήσουμε στην αρχική συνταγογράφηση.

Εάν αποφασίσουμε για μια 12χ δυναμοποίηση, μπορούμε να τη χορηγήσουμε συχνότερα για μια χρονική περίοδο, εφ' όσον δώσουμε προσεκτικές οδηγίες στον άρρωστο να διακόψει το φάρμακο, αν συμβεί οποιαδήποτε θεαματική επιδείνωση ή βελτίωση των συμπτωμάτων του. Από τους ασθενείς που είναι τόσο αδύναμοι, ώστε να χρειάζονται 12χ δυναμοποίηση, εκείνοι που έχουν σχετικά μεγαλύτερη ζωτικότητα μπορούν να επαναλαμβάνουν τη δόση τρεις φορές την ημέρα, για 30 ημέρες. Εάν όμως η ζωτικότητα του ασθενή είναι πολύ μικρή, αυτή η σύσταση μπορεί να περιοριστεί στη μια φορά την ημέρα, επί 20 ημέρες.

Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι έχουμε έναν ηλικιωμένο ασθενή με πολύ διογκωμένο προστάτη, που υποψιαζόμαστε ότι μπορεί να είναι καρκίνος. Εάν ο ασθενής έχει αρκετή ζωτικότητα, ώστε να διεκπεραιώνει τις καθημερινές του ασχολίες σ' έναν ικανοποιητικό βαθμό, τότε θα μπορούσαμε να δώσουμε 12χ τρεις φορές την ημέρα για 30 ημέρες, με τη σύσταση να σταματήσει το φάρμακο εάν συμβεί κάποια θεαματική αλλαγή «είτε προς το καλύτερο είτε προς το χειρότερο». Από την άλλη μεριά, ένας ηλικιωμένος με διογκωμένο προστάτη, ο οποίος είναι τόσο αδύναμος ώστε να περνά τον περισσότερο καιρό του στο κρεβάτι, θα έπρεπε να πάρει 12χ (ή πολλές φορές ακόμα και 6χ) μία φορά την ημέρα για 20 ημέρες, μαζί με την ίδια σύσταση για τη διακοπή του φαρμάκου σε περίπτωση σημαντικής αλλαγής.

Οι υπερευαίσθητοι ασθενείς παρουσιάζουν καθολικό πρόβλημα για την εκλογή της δυναμοποίησης. Είναι ασθενείς εξαιρετικά «νευρικοί», που αντιδρούν σ' όλους τους σωματικούς και συναισθηματικούς παράγοντες, συνήθως λεπτοί και γρήγοροι στις κινήσεις τους, ανήσυχοι, ευαίσθητοι σε μυρωδιές, θόρυβο και φως και συχνά υποφέρουν πολύ από την έκθεση τους σε χημικά, είτε του περιβάλλοντος είτε της τροφής. Τέτοιοι άνθρωποι αντιδρούν πολύ έντονα και στις χαμηλές δυναμοποιήσεις (στο σωματικό επίπεδο) και στις υψηλές (στο ηλεκτροδυναμικό επίπεδο). Συμπερασματικά, είναι προτιμότερο να περιορίσουμε τις αρχικές συνταγογραφήσεις στο 30 ή στο 200 σε τέτοιους ασθενείς• ανάλογα με την αντίδραση τους, οι επόμενες δυναμοποιήσεις μπορεί να είναι υψηλότερες ή χαμηλότερες, αλλά, τουλάχιστον αρχικά, η 30ή ή 200ή δυναμοποίηση είναι η καλύτερη εκλογή για υπερευαίσθητους ανθρώπους.

Παιδιά που υποφέρουν από σοβαρά προβλήματα πρέπει να παίρνουν χαμηλές δυναμοποιήσεις. Ένα παιδί με σοβαρό έκζεμα ή ψωρίαση είναι πιθανό να παρουσιάσει έντονη επιδείνωση, εάν πάρει υψηλή δυναμοποίηση. Τέτοιες περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να παίρνουν μόνο λίγες δόσεις (λ.χ. μία την ημέρα) της 12χ δυναμοποίησης ή μόνο μία δόση της 30ής ή 200ής.

Γενικά, σε περιπτώσεις με γνωστή κακοήθεια δεν πρέπει να χορηγούνται στην αρχή δυναμοποιήσεις πάνω από 200. Εάν μία περίπτωση είναι ύποπτη για κακοήθεια ή προ-κακοήθη κατάσταση, η αρχική δυναμοποίηση δεν πρέπει να είναι υψηλότερη από 1Μ. Όπως είπαμε, η μείωση της δυναμοποίησης σκοπό έχει να αποφευχθούν οι άχρηστες και έντονες σωματικές επιδεινώσεις, οι οποίες απαιτούν αξιόλογη πείρα για να διευθετηθούν.

Εάν κρίνουμε μία περίπτωση ως σχετικά θεραπεύσιμη και δεν έχει σωματική παθολογική διαταραχή, μπορούμε να χορηγήσουμε αρχικά υψηλές δυναμοποιήσεις, κυμαινόμενες από 30 έως CM. To σημείο που θα μας οδηγήσει στο ύψος της δυναμοποίησης, είναι ο βαθμός της βεβαιότητας που έχει ο γιατρός για το φάρμακο. Όσο πιο καθαρό είναι το φάρμακο και όσο περισσότερο καλύπτει την περίπτωση, τόσο πιο υψηλή μπορεί να είναι η δυναμοποίηση. Εάν το φάρμακο δεν είναι τόσο καθαρό, είναι καλύτερα να ξεκινήσουμε με μια δυναμοποίηση γύρω στην 30ή.

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι μια 30χρονη γυναίκα παραπονείται για δερματικό εξάνθημα στα χέρια, το οποίο έχει εδώ και τρία χρόνια. Όπως παίρνουμε την περίπτωση, ανακαλύπτουμε ότι έχει ελάχιστα άλλα προβλήματα και ότι εκφράζεται ελεύθερα στη ζωή της. Είναι δημιουργική, αγαπάει τη δουλειά της, έχει κάνει ευχάριστα ταξίδια σε διάφορους πολιτισμούς, έχει βαθιές φιλίες και δεν δεσμεύεται στη σεξουαλική σφαίρα. Οι ομοιοπαθητικές πληροφορίες οδηγούν σε μια πολύ καθαρή εικόνα Pulsatilla και η παρατήρηση μας σχετικά με την ασθενή επιβεβαιώνει αυτή την εντύπωση. Σ' αυτή την περίπτωση θα μπορούσαμε εύκολα να δώσουμε Pulsatilla 50M ή ακόμα και CM ανεπιφύλακτα.

Μία άλλη νεαρή κοπέλα με παρόμοιο πρόβλημα σας επισκέπτεται, αλλά δεν μπορείτε να αποφασίσετε εάν χρειάζεται Pulsatilla ή Sulphur. Τελικά, μετά από πολλές ώρες μελέτης, καταλήγετε στην Pulsatilla. Σ' αυτήν την περίπτωση θα πρέπει να δώσετε μόνο 30 ή 200 για την αρχική συνταγή, λόγω της έλλειψης καθαρότητας.

Σε μία άλλη περίπτωση, επίσης με δερματικό εξάνθημα, μπορεί να δείτε καθαρά ότι ενδείκνυται η Pulsatilla. Η ασθενής, όμως, λέει ότι μπορεί να διατηρεί το εξάνθημα σε κάποιο έλεγχο, χρησιμοποιώντας κορτιζονούχο αλοιφή «μόνο» δύο φορές την εβδομάδα. Στη συνέχεια, παρατηρείτε ότι υπάρχουν και άλλες αδυναμίες του οργανισμού - περιορισμένη ζωτικότητα, η ασθενής κουράζεται εύκολα, εύκολα επηρεάζεται από τα χημικά του περιβάλλοντος. Σ' αυτό τον τύπο περίπτωσης μη δίνετε δυναμοποίηση μεγαλύτερη από 200, γιατί διαφορετικά θα αντιμετωπίσετε μια μακρά επιδείνωση.

Μερικές φορές, λέγεται ότι οι υψηλές δυναμοποιήσεις είναι για εκείνες τις περιπτώσεις που το κέντρο βάρους της διαταραχής βρίσκεται στο διανοητικό επίπεδο, ενώ οι χαμηλές για περιπτώσεις που εστιάζονται στο σωματικό επίπεδο. Αυτή η άποψη είναι λανθασμένη. Είναι αλήθεια ότι τα διανοητικά συμπτώματα είναι τα σπουδαιότερα για την εκλογή του φαρμάκου. Εάν δίνουν μια καθαρή και εμφανή ένδειξη για ένα φάρμακο, ακόμα και αν τα σωματικά συμπτώματα δεν ταιριάζουν τόσο καλά, τότε μπορεί να δοθεί υψηλή δυναμοποίηση - γιατί υπάρχει μεγάλος βαθμός βεβαιότητας για το φάρμακο και όχι γιατί είναι μια διανοητική περίπτωση. Μια άλλη περίπτωση με διανοητικά συμπτώματα, που δεν ταιριάζουν καθαρά με κανένα ιδιαίτερο φάρμακο, θα πάρει χαμηλή δυναμοποίηση, επειδή το φάρμακο δεν είναι καθαρό.

Τέλος, πρέπει να πούμε λίγα λόγια για τη συνταγογράφηση στις οξείες περιπτώσεις. Γενικά, ισχύουν οι ίδιες αρχές, αλλά μπορεί να πρέπει να επαναλάβουμε το φάρμακο πιο συχνά, εάν η δράση του εξασθενεί γρήγορα. Σε παιδιά με οξέα επεισόδια, επειδή οι αμυντικοί τους μηχανισμοί είναι αρκετά ισχυροί, είναι προτιμότερο να δίνουμε δυναμοποιήσεις από 200 και πάνω. Έτσι, μπορεί να δοθούν δυναμοποιήσεις από 200 μέχρι CM, ανάλογα με τη βεβαιότητα για το φάρμακο στο οξύ επεισόδιο. Εάν ο ασθενής είναι μεγαλύτερος, εξασθενημένος από το χρόνο ή από το οξύ πρόβλημα (π.χ. εάν έχει κάνει σοβαρή πνευμονία), η 200ή δυναμοποίηση είναι προτιμότερη για την αρχική συνταγογράφηση, ακόμα κι αν το φάρμακο είναι αρκετά καθαρό.

Ακόμα και σε οξέα επεισόδια, πρέπει να δώσουμε μία μόνο δόση του φαρμάκου και μετά να παρατηρήσουμε το αποτέλεσμα. Εάν έχουμε δώσει χαμηλότερη δυναμοποίηση από εκείνη που χρειάζεται, είναι πιθανόν τα αποτελέσματα του να εξαντληθούν μέσα σε λίγες ώρες, οπότε θα πρέπει να επαναλάβουμε τη δόση, αφού ξαναπάρουμε την περίπτωση, για να βεβαιωθούμε ότι δεν χρειάζεται ένα διαφορετικό φάρμακο. Συνηθίζεται σε μερικούς ομοιοπαθητικούς κύκλους να συνταγογραφουν «ρουτινοειδώς», σε οξείες περιπτώσεις, ένα αυτόματο πρόγραμμα επαναλήψεων (ας πούμε μία δόση κάθε ώρα επί έξι). Παρ' ότι μια τέτοια τακτική πολύ λίγο μπορεί να βλάψει, συνήθως είναι ανώφελη. Εάν το φάρμακο είναι καθαρό και μπορούμε να δώσουμε μια υψηλή δυναμοποίηση, συνήθως μία μόνο δόση θα επαρκέσει• ακόμα κι αν χρειαστεί να επαναλάβουμε, πρέπει να ξαναπάρουμε την περίπτωση, για να δούμε μήπως χρειάζεται κάποιο καινούριο φάρμακο.

Το ένα και μόνο φάρμακο

Μία από τις βασικότερες αρχές στην Ομοιοπαθητική είναι να συνταγογραφούμε ένα και μόνο φάρμακο σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι τόσο οφθαλμοφανής αρχή, ώστε ταιριάζει σε κάθε θεραπευτικό σύστημα. Εάν χορηγήσουμε περισσότερα από ένα φάρμακα ή εφαρμόσουμε στον άρρωστο διαφορετικές θεραπευτικές τεχνικές συγχρόνως, είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να εκτιμήσουμε με εγκυρότητα οποιαδήποτε αποτελέσματα - ευεργετικά ή μη. Δεν υπάρχει τρόπος να κρίνουμε ποιος από τους παράγοντες του συνδυασμού έχει δράσει. Επί πλέον, κανείς δεν μπορεί να μαντέψει τις αλληλεπιδράσεις που μπορεί να συμβούν μέσα σ' ένα συνδυασμό θεραπευτικών επιδράσεων. Εάν ένα φάρμακο δρα μ' ένα συγκεκριμένο τρόπο όταν δίνεται μόνο του, ποιος μπορεί να πει πώς θα δράσει εάν μεταβληθεί με κάποιον άγνωστο τρόπο σ' ένα συνδυασμό;

Ας υποθέσουμε ότι ένας ασθενής παίρνει ένα συνδυασμό έξι διαφορετικών ομοιοπαθητικών φαρμάκων και επακολουθεί μια συγκεκριμένη επιδείνωση. Τι συμβαίνει; Πρόκειται για κάποια επιπεπλεγμένη επιδείνωση; Μήπως ένα φάρμακο έχει δημιουργήσει μια θεραπευτική κρίση, ενώ ένα άλλο αντιδοτεί κάθε προηγούμενη πρόοδο που θα έπρεπε να έχει γίνει; Μήπως, ένα φάρμακο δρα σε λίγες ημέρες, ενώ ένα άλλο δρα μετά από μια εβδομάδα; Μήπως ο ασθενής παρουσιάζει ευαισθησία σε κάποια από τις ουσίες του συνδυασμού; Και εάν ναι, ποια είναι αυτή; Εάν κρίνουμε ότι η επιδείνωση είναι πράγματι σοβαρή, πώς θα συνεχίσουμε βρίσκοντας το επόμενο φάρμακο που θα ανακουφίσει τον ασθενή, όταν δεν ξέρουμε ποιο φάρμακο προξένησε την επιδείνωση;

Ας υποθέσουμε ότι ένας ασθενής παίρνει ένα συνδυασμό έξι φαρμάκων και επακολουθεί συγκεκριμένη βελτίωση μέσα σε μια περίοδο τριών μηνών. Ποιο φάρμακο έφερε τη βελτίωση; Εάν αποδειχθεί ότι η βελτίωση είναι μόνο παροδική πώς θα μπορούσαμε να διαλέξουμε το φάρμακο που πρέπει να ακολουθήσει αυτό που έδρασε; Ας υποθέσουμε ότι το φάρμακο που έδρασε, δόθηκε σε πολύ χαμηλή δυναμοποίηση για να επιφέρει μόνιμη θεραπεία• πώς θα μπορούσε κανείς να αποφασίσει ποιο φάρμακο να δώσει από τα έξι σε υψηλότερη δυναμοποίηση;

Υπάρχουν ακόμη και άλλες ερωτήσεις: Αφού τα φάρμακα έχουν αποδειχθεί ξεχωριστά το καθένα σε προσεκτικά διευθυνόμενα provings, τι θα συνέβαινε εάν συνδυάζονταν; Η τελική δράση θα ήταν απλώς ένα μείγμα των ξεχωριστών provings, ένα «άθροισμα των μερών» ή θα ήταν μια εντελώς διαφορετική εικόνα συμπτωμά- των; Ποτέ δεν έχουν οργανωθεί provings με συνδυασμό φαρμάκων. Πώς, λοιπόν, μπορεί κάποιος να καθορίσει τι ομάδα συμπτωμάτων θα μπορούσαν να θεραπεύσουν τέτοιοι συνδυασμοί;

Η μέθοδος της χορήγησης συνδυασμού φαρμάκων, παραβιάζει φανερά όλους τους θεμελιώδεις νόμους της Ομοιοπαθητικής - και την κοινή λογική επίσης. Παρ' όλα αυτά, συνηθίζεται πάρα πολύ σε μερικά μέρη του κόσμου. Μερικοί ομοιοπαθητικοί παίρνουν μία περίπτωση, δεν μπορούν να δουν ένα φάρμακο να καλύπτει το σύνολο των συμπτωμάτων κι έτσι δημιουργούν ένα συνδυασμό φαρμάκων, καθένα από τα οποία, κατά την εκτίμηση τους, καλύπτει ένα τμήμα της περίπτωσης. Και το χειρότερο είναι ότι αναμειγνύουν ακόμα και επίπεδα δυναμοποίησης και, επί πλέον, δίνουν ορισμένα φάρμακα σε κάποια ώρα της ημέρας και άλλα σε διαφορετικές. Όπως ξέρει πολύ καλά τώρα ο σπουδαστής αυτού του βιβλίου, η ομοιοπαθητική μέθοδος ψάχνει να βρει το φάρμακο με εκείνη τη δονητική συχνότητα, η οποία,είναι πλησιέστερη προς τη δονητική συχνότητα του αμυντικού μηχανισμού του ασθενούς. Η συνδυασμένη συνταγογράφηση, σύμφωνα μ' αυτή την άποψη, ισοδυναμεί με το να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε αρμονία, ανοίγοντας έξι διαφορετικά ραδιόφωνα σε διαφορετικούς σταθμούς.

Μια τέτοια μέθοδος, το μόνο που μπορεί να δημιουργήσει είναι απόλυτο χάος. Και, πράγματι, μερικές από τις πιο αξιολυπητες περιπτώσεις είναι εκείνες που έχουν υποστεί επί χρόνια αυτήν τη χαοτική θεραπεία. Ο αμυντικός μηχανισμός αυτών των ασθενών είναι τόσο διαταραγμένος που συχνά είναι τελείως αδύνατον να επαναφέρουμε την υγεία τους, ακόμη και στο προ αυτής της συνταγογράφησης επίπεδο.

Ένας συνειδητός και καταρτισμένος ομοιοπαθητικός γιατρός πρέπει να απορρίπτει ριζικά και αποφασιστικά τη συνδυασμένη συνταγογράφηση. Ακόμα και το επιχείρημα «εμείς έχουμε τη μέθοδο μας και αυτοί τη δική τους», είναι ανεπαρκές, διότι μια τέτοια χαοτική συνταγογράφηση συμβάλλει στη δυσφήμηση της Ομοιοπαθητικής. Εάν ένας γιατρός προσπαθεί συνειδητά να χρησιμοποιήσει μια θεραπευτική μέθοδο βασισμένη σε ενέργειες πέρα από την κατεστημένη αντίληψη, τότε πρέπει απαραιτήτως να συμμορφώνεται πολύ αυστηρά στους ιδιαίτερους και λεπτούς νόμους που διέπουν μια τέτοια θεραπευτική.

Index
1. Ανάλυση ομοιοπαθητικής περίπτωσης και πρώτη συνταγογραφία
2. Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους και για προχωρημένους
3. Εκλογή της δυναμοποίησης και το ένα και μόνο φάρμακο