Home Εκπαίδευση Course Curriculum
Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους και για προχωρημένους PDF Εκτύπωση E-mail

Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους και για προχωρημένους

Index
1. Ανάλυση ομοιοπαθητικής περίπτωσης και πρώτη συνταγογραφία
2. Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους και για προχωρημένους
3. Εκλογή της δυναμοποίησης και το ένα και μόνο φάρμακο

Παρακαλούμε σημειώστε ότι δεν επιτρέπεται να αντιγράψετε την σελίδα αυτή στη δική σας ιστοσελίδα. Ελέγξτε τη σελίδα μας περί πνευματικών δικαιωμάτων και αντιγραφής για περισσότερες πληροφορίες.

Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους

Η δεύτερη δουλειά που έχουμε να κάνουμε σε μια καινούρια περίπτωση - η πρώτη είναι η πρόγνωση - είναι να βρούμε το σωστό φάρμακο, το όμοιο. Για τον αρχάριο γιατρό που έχει περιορι- σμένη γνώση της Materia Medica, αυτό είναι πολύ δύσκολο, ιδιαίτερα όσον αφορά τις χρόνιες περιπτώσεις. Πάντως, πρέπει να τονίσουμε ότι η εκλογή του πρώτου φαρμάκου είναι η πιο κρίσιμη απόφαση που λαμβάνεται στην Ομοιοπαθητική: δεν πρέπει να γίνονται συντμήσεις και κάθε κρίση πρέπει να γίνεται με στοχασμό. Το πρώτο φάρμακο είναι εκείνο που «ανοίγει» την περίπτωση, που εκδηλώνει την υπάρχουσα θεραπευτική δυνατότητα του αμυντικού μηχανισμού και που κατευθύνει στη συνέχεια την περίπτωση είτε προς την οργάνωση και τάξη είτε προς τη σύγχυση και την αποδιοργάνωση. Εάν η αρχική περίπτωση δεν έχει «χαλάσει» από προηγούμενες κακές συνταγογραφήσεις, μπορούμε να πούμε ότι η εκλογή του πρώτου φαρμάκου είναι ευκολότερη, από την εκλογή των μετέπειτα φαρμάκων• όσο εύκολη κι αν είναι, όμως, δεν παύει να είναι η σπουδαιότερη συνταγογράφηση από όλες.

Μερικές φορές - όχι συχνά - η αρχική περίπτωση είναι πάρα πολύ καθαρή, οπότε ο ασθενής παρουσιάζεται με λίγα, απλά ενοχλήματα, η ομοιοπαθητική εικόνα ταιριάζει καθαρά σ' ένα συγκεκριμένο φάρμακο, μερικά περίεργα συμπτώματα το επιβεβαιώνουν και κανένα σύμπτωμα δεν είναι αντίθετο προς αυτό. Σε μια τέτοια περίπτωση, ακόμα και ο άπειρος ομοιοπαθητικός γιατρός μπορεί να δώσει το φάρμακο χωρίς δισταγμό και να δει τα αποτελέσματα, τα οποία θα είναι θεαματικά. Στη συνέχεια, είναι πολύ σημαντικό να περιμένουμε αρκετό χρόνο πριν επαναλάβουμε το φάρμακο ή δώσουμε κάποιο άλλο.

Το πιο συνηθισμένο όμως είναι, τα συμπτώματα του ασθενούς να παρουσιάζουν μείγμα εικόνων συμπτωμάτων διαφόρων φαρμάκων. Ένας ασθενής π.χ. μπορεί να παρουσιάζει ένα χαρακτηριστικό διανοητικό σύμπτωμα της Pulsatilla και ο γιατρός να νομίζει ότι η Pulsatilla είναι το φάρμακο που χρειάζεται. Όταν ψάξει όμως περισσότερο, βλέπει ότι κανένα άλλο σύμπτωμα δεν επιβεβαιώνει την Pulsatilla και, ακόμη, μπορεί ο άρρωστος να κρυώνει και να επιθυμεί το λίπος (δύο συμπτώματα που είναι αντίθετα της Pulsatilla). Σε μια τέτοια περίπτωση, ο γιατρός δεν πρέπει να ενδώσει στον πειρασμό να δώσει Pulsatilla, αλλά πρέπει να σκεφτεί και να μελετήσει περισσότερο, ώστε να βρει το φάρμακο που καλύπτει πράγματι το σύνολο των συμπτωμάτων ή, τουλάχιστον, την ομάδα των σπουδαιότερων συμπτωμάτων.

Πολλές φορές, στην αρχή της καριέρας του ο ομοιοπαθητικός βλέπει τις περισσότερες από τις περιπτώσεις του να είναι μπερδεμένες, δύσκολες και κανένα από τα φάρμακα να μην ταιριάζει για να δοθεί! Αυτό οφείλεται φυσικά στις περιορισμένες γνώσεις του γιατρού, ενώ κάποιος άλλος, έμπειρος, μπορεί να βρει άνετα το ενδεικνυόμενο φάρμακο. Τι θα κάνει ο αρχάριος σε μια τέτοια περίπτωση; Η καλύτερη λύση είναι να κάνει Repertorization στην περίπτωση. Θα συντάξει ένα σχολαστικό κατάλογο των συμπτωμάτων του ασθενούς, σύμφωνα με τις οδηγίες που δίνονται στο Κεφάλαιο 13. Πρέπει να σκεφτεί πολύ ποια συμπτώματα θα γράψει & αυτό τον κατάλογο και με ποια σειρά σπουδαιότητας. Στο τυπικό Repertorization δεν μπορούμε να ξεκινήσουμε με τα πολύ περίεργα συμπτώματα (αυτά που δείχνουν λίγα φάρμακα στο Repertory).

Τότε, αρχίζοντας από το πρώτο σύμπτωμα του καταλόγου, ο γιατρός γράφει σ' ένα φύλλο χαρτί όλα τα φάρμακα που υπάρχουν στην αντίστοιχη ρούμπρικα, το καθένα με τη σωστή του διαβάθμιση. Αυτό θα γίνει με όλα τα φάρμακα, έτσι ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να χάσουμε το σωστό (με την προϋπόθεση βέβαια ότι χρησιμοποιήθηκαν οι σωστές ρούμπρικες). Τελικά, κρατούνται σημειώσεις για κάθε φάρμακο που απαντάται σ' όλες τις ρούμπρικες.

Στην ιδανική περίπτωση, ένα τέτοιο Repertorization θα δώσει ένα μόνο φάρμακο, που θα βρίσκεται σ' όλες τις ρούμπρικες. Μελετάμε τότε προσεκτικά αυτό το φάρμακο στη Materia Medica. Εάν η «ουσία» (ψυχή) του φαρμάκου φαίνεται να ταιριάζει με την «ουσία» (ψυχή) του ασθενούς και αν η ομάδα των σπουδαιότερων συμπτωμάτων καλύπτεται, τότε το φάρμακο μπορεί να δοθεί ανεπιφύλακτα.

Σπάνια όμως, το ιδεώδες απαντάται στην πράξη. Συνήθως, στο τέλος αυτού του Repertorization, βλέπουμε ότι 3 ή 4 φάρμακα είναι κοινά στις ρούμπρικες που χρησιμοποιήσαμε, αλλά εμείς πρέπει να διαλέξουμε ένα. Σ' αυτή την περίπτωση, παίρνουμε τα περίεργα συμπτώματα του ασθενούς και βλέπουμε ποιο από τα 3 ή 4 φάρμακα παρουσιάζεται και σ' αυτές τις ρούμπρικες. Μελετάμε μετά αυτά τα φάρμακα - που είναι κοινά στο γενικό Repertorization και στα περίεργα συμπτώματα - στη Materia Medica και κρίνουμε ποιο από αυτά ταιριάζει να δοθεί στον ασθενή. Αν κανένα από τα 3-4 φάρμακα του Repertorization δεν βρίσκεται στα περίεργα συμπτώματα, τότε μελετάμε και τα 3-4 φάρμακα στη Materia Medica.

Ποτέ δεν πρέπει να δίνουμε ένα φάρμακο μόνο και μόνο επειδή παρουσιάζει την υψηλότερη βαθμολογία στο Repertorization. Ακόμα και αν η διαφορά βαθμολογίας απ' τα υπόλοιπα φάρμακα είναι πολύ μεγάλη, δεν πρέπει να το δίνουμε, αν η περιγραφή του στη Materia Medica δεν ταιριάζει με τον ασθενή μας. To Repertorization, όπως είπαμε, παρέχει μόνο νύξεις για το φάρμακο και όχι την τελική απάντηση.

Μερικοί ομοιοπαθητικοί χρησιμοποιούν «φύλλα για το Repertory», τα οποία έχουν αριθμητικό πίνακα σε αντιστοιχία με τα συμπτώματα. Αυτά τα φύλλα είναι εύχρηστα, αλλά δεν ενδείκνυνται για τον αρχάριο. Η μελέτη των περιπτώσεων τα πρώτα χρόνια, έχει επίσης σκοπό να αποκτήσουμε μια ευρύτερη αντίληψη της Ομοιοπαθητικής και των φαρμάκων. Η χρήση των «φύλλων Repertory» εμποδίζει να σκεφτεί κανείς το κάθε φάρμακο σε σχέση με τον ασθενή. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο γράφουμε κάθε ρούμπρικα, με όλα τα φάρμακα που μπορούν να τη δημιουργήσουν, παρ' ότι είναι κουραστικός, μπορεί να μας βοηθήσει να μάθουμε τη συγκριτική αξία των φαρμάκων. Καθώς όλο και περισσότερα φάρμακα θα μαθαίνει ο γιατρός, μπορεί μ' αυτή τη μέθοδο, να προβλέπει εάν ένα συγκεκριμένο σύμπτωμα δημιουργείται από ένα συγκεκριμένο φάρμακο. Έτσι, η μέθοδος αυτή δημιουργεί feedback στη «μαντική» του γιατρού.

Πρέπει να προσέξουμε τα «μικρά» φάρμακα που παρουσιάζονται σε μερικές ρούμπρικες στο Repertorization, ακόμα κι αν η βαθμολογία τους ήταν «1» σ' όλη την εργασία. «Μικρά» φάρμακα είναι εκείνα που οι αποδείξεις τους (provings) είναι ακόμα ατελείς και γι' αυτό ο αριθμός των συμπτωμάτων τους είναι μικρός. Εάν ένα τέτοιο φάρμακο διατρέχει όλο το Repertorization, πρέπει να προσέξουμε, γιατί μπορεί να είναι το φάρμακο που ζητάμε. Πρέπει να το μελετήσουμε προσεκτικά σε όσες περισσότερες Materia Medicas είναι δυνατόν. Μπορεί να μην καλύπτει όλη την περίπτωση, απλά και μόνο επειδή τα provings είναι ατελή, αλλά μπορεί να υπάρχει αρκετή από την εικόνα ώστε να «υποχρεώσει» το γιατρό να το δώσει. Μια τέτοια απόφαση είναι φυσικά πολύ λεπτή και απαιτεί αρκετή πείρα, αλλά πρέπει να εξετάζεται και αυτή η περίπτωση.

Πολύ συχνά, ένα συγκεκριμένο φάρμακο μπορεί να βρεθεί σ' όλες τις ρούμπρικες, εκτός από την τρίτη και πέμπτη ας πούμε (όπως είναι γραμμένες στον κατάλογο σπουδαιότητας)• τα πρωταρχικά και πιο σπουδαία συμπτώματα καλύπτονται, καθώς και μικρότερα συμπτώματα, αλλά μερικά μεσαία όχι. Εάν το υπόλοιπο Repertorization δεν έχει δώσει μια εμφανή λύση, ένα τέτοιο φάρμακο πρέπει επίσης να ερευνηθεί. Θα εξετάσουμε αν τα περίεργα συμπτώματα καλύπτονται από αυτό και μετά θα το μελετήσουμε προσεκτικά στις Materia Medicas. Από τη στιγμή που υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες στη λήψη του ιστορικού, στην καταγραφή και βαθμολόγηση των συμπτωμάτων, όπως επίσης και στην καταγραφή των provings στο Repertory, συχνά διαπιστώνεται ότι το similimum δεν καλύπτει όλα τα σπουδαία συμπτώματα στην περίπτωση. Τότε, στις επόμενες επισκέψεις πρέπει να ρωτήσουμε προσεκτικά για τα συμπτώματα που δεν καλύπιονταν από το φάρμακο, για να δούμε εάν εξαλείφτηκαν με την όλη θεραπεία του ασθενούς. Εάν πράγματι έτσι έγινε και εάν επιβεβαιωθεί και από άλλους ασθενείς, το φάρμακο μπορεί να προστεθεί στη ρούμπρικα, αφού έχει δημιουργήσει ένα «θεραπευμένο σύμπτωμα»•

Χρησιμοποιώντας αυτή την κουραστική και ανιαρή μέθοδο, ο γιατρός θα προσθέσει στη γνώση που έχει από τη Materia Medica. Μετά από 10 χρόνια περίπου εξάσκησης, θα φτάσει στο σημείο που ο χαρακτηρισμός «αρχάριος» δεν θα του ταιριάζει πια. Καθώς αποκτά όλο και περισσότερη πείρα, μπορεί να διαμορφώσει τη μέθοδο του Repertorization, κάνοντας μια «αφαιρετική» εργασία. Αυτή την παραλλαγή μπορεί να ακολουθήσει ο γιατρός μόνο αφού κατακτήσει την Materia Medica, γιατί έτσι δεν εξετάζονται όλα τα πιθανά φάρμακα.

Το «αφαιρετικό» Repertorization γίνεται συντάσσοντας αρχικά έναν πολύ λεπτομερή κατάλογο των σπουδαιότερων συμπτωμάτων. Διαλέγουμε τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα και τα καταγράφουμε ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους. Αυτό πρέπει να γίνει με πολύ μεγάλη προσοχή, έχοντας κατά νου διάφορους παράγοντες, όπως τη σοβαρότητα του συμπτώματος, το ιεραρχικό του επίπεδο, πόσο έντονα αντιπροσωπεύει την ουσιώδη παθολογική διαταραχή του ασθενούς, τη χρονολογική του σχέση με την ανάπτυξη της σημερινής διαταραχής κ.λπ.

Τότε, το πρώτο σύμπτωμα αυτού του καταλόγου και όλα τα φάρμακα που περιλαμβάνονται σ' αυτή τη ρουμπρικα, γράφονται σ' ένα φύλλο χαρτιού με την ανάλογη βαθμολογία τους. Στη συνέχεια, γράφουμε το δεύτερο σύμπτωμα, αλλά αυτή τη φορά γράφουμε μόνο τα φάρμακα εκείνα που είναι κοινά και στις δύο ρούμπρικες. Φάρμακα που βρίσκονται στην πρώτη ρουμπρικα αλλά όχι στη δεύτερη, τα παραλείπουμε. Κατόπιν, καταγράφουμε το τρίτο σύμπτωμα και τα φάρμακα που είναι κοινά μόνο σ' αυτή και στις δύο προηγούμενες ρούμπρικες. Στο τέλος αυτής της μεθόδου, θα μείνει μόνο ένας μικρός αριθμός φαρμάκων, τα οποία μελετάμε προσεκτικά στις Materia Medicas.

Καθένας θα αναγνωρίσει εξ αρχής ότι η μέθοδος αυτή είναι σωστή, γιατί τον γλιτώνει από πολλή και ανιαρή δουλειά. Είναι όμως ριψοκίνδυνη, γιατί ο αρχικός κατάλογος των συμπτωμάτων είναι πολύ κρίσιμος. Εάν π.χ. ένα σύμπτωμα γραφεί πρώτο στον κατάλογο, ενώ θα έπρεπε να γραφεί τρίτο, το πιθανότερο είναι το αληθινό similimum να αφαιρεθεί από την ανάλυση. Ο ασθενής, λοιπόν, θα έπαιρνε ένα λάθος φάρμακο από την αρχή της θεραπείας του και μόνο ένας ομοιοπαθητικός με πολύ καλή γνώση της Materia Medica θα μπορούσε να δει έγκαιρα ένα τέτοιο λάθος και να το διορθώσει.

Ανάλυση περίπτωσης για προχωρημένους

Καθώς η εμπειρία αυξάνεται, η εξάρτηση από το τυπικό Repertorization γίνεται όλο και μικρότερη. Όταν ο γιατρός γνωρίζει πολύ καλά τα φάρμακα του, μπορεί ήδη στο τέλος της συνέντευξης να έχει σκεφτεί το φάρμακο που χρειάζεται ο ασθενής. Τότε, μια γρήγορη ματιά σε ορισμένες μόνο ρουμπρικες του Repertory θα αρκέσει για να επιβεβαιώσει ή να απορρίψει το φάρμακο αυτό. Σ' αυτή την περίπτωση, ο γιατρός μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα απλό Repertorization «δείκτου» (που είναι δικός μου όρος για τη μέθοδο παρεμβαλλόμενων δεικτών σε κατάλληλες θέσεις στο Repertory) και μετά, κοιτάζοντας εμπρός-πίσω, να κάνει την αφαιρετική εργασία.

Για τον αρχάριο που παρακολουθεί έναν προχωρημένο, η μέθοδος αυτή φαίνεται πραγματικά εύκολη• δεν είναι όμως τόσο απλή όσο φαίνεται. Την ίδια δουλειά που κάνει ο αρχάριος στο χαρτί, κάνει ο προχωρημένος ομοιοπαθητικός «μέσα στο κεφάλι του». Πράγματι, λόγω της μεγάλης πείρας του, «πιάνει» τις ρούμπρικες με το που ακούει τα συμπτώματα από τον ασθενή και είναι ικανός - μετά από τόσα χρόνια που γράφει και ξαναγράφει τα φάρμακα σε κάθε ρουμπρικα - να κάνει το Repertorization στο μυαλό του, μόνο με τη σκέψη του.

Ένας προχωρημένος γιατρός έχει κατανοήσει τόσο βαθιά την «ουσία» των φαρμάκων, ώστε να ταιριάζει απόλυτα και άμεσα την «ψυχή» του ασθενούς με την «ψυχή» του φάρμακου. Εαν η «ψυχή» είναι καθαρή και σαφής, τότε, μόνο μερικά επιβεβαιωτικά συμπτώματα απαιτούνται για να δώσουμε το σωστό φάρμακο. Φυσικά, πρέπει πάντα να παίρνουμε όλη την περίπτωση, για να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχουν αντίθετα στο φάρμακο συμπτώματα. Έτσι, στην περίπτωση που ταιριάζει η «ψυχή» του φαρμάκου τόσο καλά με την «ψυχή» του ασθενούς, η διεργασία της ανάλυσης της περίπτωσης θα γίνει εξαιρετικά γρήγορα στα χέρια ενός προχωρημένου ομοιοπαθητικού γιατρού.

Εάν η «ψυχή» του φαρμάκου φαίνεται καθαρά στον ασθενή και μερικά άλλα συμπτώματα την επιβεβαιώνουν, τότε δεν χρειάζεται περισσότερη σκέψη για τη συνταγογράφηση. Η κατάσταση περιπλέκεται όταν ένα ή δύο συμπτώματα είναι σαφώς αντίθετα προς το φάρμακο. Τότε, ο γιατρός πρέπει να γυρίσει πίσω και να ξανακοιτάξει όλη την περίπτωση από την αρχή. Στην περίπτωση αυτή και ο προχωρημένος ομοιοπαθητικός θα χρειαστεί τόσο χρόνο και φροντίδα για την εκλογή του φαρμάκου όσο και ο αρχάριος. Φυσικά, ο τρόπος εκλογής του φαρμάκου εδώ είναι ουσιαστικά ο ίδιος όπως και στον αρχάριο. Το σύνολο εξετάζεται προσεκτικά, όλες οι αβεβαιότητες λαμβάνονται υπ' όψη, οι σχετικές ρουμπρικες στο Repertory ξαναβλέπονται και τελικά ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στα παράξενα συμπτώματα. Πολλή σκέψη αναλώνεται για την περίπτωση• ίσως γίνει κάποιος συμβιβασμός. Πάντως, το φάρμακο που θα διαλέξουμε τελικά, θα πρέπει να ταυτίζει όσο το δυνατόν καλύτερα το σύνολο των συμπτωμάτων του ασθενούς με το σύνολο των εκδηλώσεων του φαρμάκου.

Σε τέτοιες μπερδεμένες περιπτώσεις, μπορεί να χρειαστεί να «αγνοήσουμε» ακόμα και σπουδαία διανοητικά ή γενικά συμπτώματα και να βασιστούμε σε φαινομενικά λιγότερο ενδεικτικά, αλλά περισσότερο παράξενα συμπτώματα. Πώς ακριβώς θα γίνει αυτό, δεν μπορεί να περιγραφεί αρκετά σ' ένα βιβλίο, γιατί κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και δεν μπορούμε να γενικεύσουμε τέτοιες κρίσεις• αυτές έρχονται με την πείρα και, σε μεγάλη έκταση, μπορούν να διδαχτούν μόνο σε μια επιβλεπόμενη ομάδα, γιατί είναι περισσότερο θέμα τέχνης παρά επιστήμης.

Συχνά, έχουμε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν πολλά κοινά (συνήθη) συμπτώματα και περίεργα μόνο δύο. To Repertorization, επειδή τα συμπτώματα είναι κοινά, καταλήγει σ' ένα μεγάλο αριθμό φαρμάκων, που είναι, αναπόφευκτα, τα ευρύτερα αποδεδειγμένα φάρμακα - αυτά που ονομάζουμε «πολύχρηστα». Σ' αυτές τις περιπτώσεις, με μια τέτοια ανάλυση, είναι απίθανο να καταλήξουμε στο σωστό φάρμακο. Εκείνο που πρέπει να κάνουμε, είναι να ρίξουμε το βάρος μόνο στα περίεργα συμπτώματα και μέσα από αυτές τις ρουμπρικες να διαλέξουμε το φάρμακο, που μάλλον θα είναι ασυνήθιστο. Όπως πάντα, φυσικά, πρέπει να το μελετήσουμε προσεκτικά στις Materia Medicas, πριν το χορηγήσουμε.

Μερικές φορές, μπορεί να συναντήσουμε μια περίπτωση στην οποία η χρόνια κατάσταση εμφανίζεται πολύ θεαματικά μετά από έναν ιδιαίτερα εκλυτικό παράγοντα. Π.χ. μπορεί να δούμε έναν ασθενή με σχετικά ασήμαντο μιασματικό υπόστρωμα, αλλά η εμφάνιση των νευρολογικών του, ας πούμε, ενοχλημάτων, να χρονολογείται από έναν τραυματισμό που είχε στο κεφάλι σε κάποιο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Εάν, όπως παίρνουμε την περίπτωση, βρούμε ένα ή δύο περίεργα συμπτώματα που ταιριάζουν στην Arnica ή στο Natrum Sulphuricum (που σημειώνεται για συμπτώματα από κρανιακές κακώσεις), τότε η συνταγογράφηση μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στον αιτιολογικό παράγοντα (επιβεβαιωθέντα από ένα ή δύο περίεργα συμπτώματα). Σ' αυτή την ασυνήθιστη περίπτωση, τα συμπτώματα από την υπόλοιπη λήψη του ιστορικού παραμερίζονται προς στιγμήν, παρ' ότι μπορεί να είναι ενδεικτικά για τις μετέπειτα συνταγογραφήσεις.

Όπως μπορεί να δει κανείς καθαρά, η εκλογή ενός φαρμάκου είναι μπερδεμένη υπόθεση. Πολλοί παράγοντες πρέπει να ληφθούν υπ' όψη, να«ζυγιστούν» ο ένας έναντι του άλλου, αποδεκτοί σε ορισμένες και απορριπτέοι σε κάποιες άλλες περιπτώσεις. Οι αβεβαιότητες που συναντούμε, υπογραμμίζουν τη μεγάλη ανάγκη του να παίρνουμε πολύ καλό ιστορικό από την αρχή. Οι αρχές που περιγράψαμε και ειδικότερα οι εξαιρέσεις στους «κανόνες», έχουν αξία μόνο εάν οι πληροφορίες που έρχονται από την αρχική περίπτωση είναι βάσιμες. Εάν το αρχικό ιστορικό είναι σκιαγραφικό (ατελές), παραπλανητικό ή λανθασμένο, τότε όλες οι λεπτές κρίσεις που θα γίνουν αργότερα, όταν θα το μελετάμε, είναι πολύ πιθανόν να είναι λανθασμένες. Μια σωστή ομοιοπαθητική συνταγή εξαρτάται από την ορθότητα λήψης της περίπτωσης, τις σωστές πληροφορίες από τα provings, τη σωστή προετοιμασία από το Repertory και, τέλος, από τη σωστή ανάλυση της περίπτωσης.

Μπορεί, επίσης, να γίνει ολοφάνερο ότι η συνταγογράφηση από τα «συμπτώματα-κλειδιά» σπάνια μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχή αποτελέσματα. Μερικές φορές, ο έμπειρος και προσεκτικός γιατρός μπορεί να φανεί ανόητος ή ακόμα και ανίδεος, όταν, μετά από προσεκτική και λεπτομερή μελέτη μιας περίπτωσης, καταλήξει στο ίδιο φάρμακο που θα διάλεγε και ο γιατρός με το «συμπτωμα-κλειδί» σε διάστημα λίγων λεπτών. Με τη σταθερή, όμως, εφαρμογή των βαθιά κατανοημένων ομοιοπαθητικών αρχών, μπορούμε να διαλέγουμε το σωστό φάρμακο σε κάθε περίπτωση και τα αποτελέσματα να είναι αξιόπιστα και συνεπή, σε αντίθεση με τη συνταγογράφηση πάνω σε «συμπτώματα-κλειδιά».

Index
1. Ανάλυση ομοιοπαθητικής περίπτωσης και πρώτη συνταγογραφία
2. Ανάλυση περίπτωσης για αρχαρίους και για προχωρημένους
3. Εκλογή της δυναμοποίησης και το ένα και μόνο φάρμακο