|
Είναι άπειρα τα περιστατικά που αναφέρονται σε «φυσιολογικούς» θανάτους και τις συνειδησιακές αλλαγές που συντελέστηκαν τις τελευταίες ώρες τους ακόμα και σε εγκληματικά άτομα που είχαν βλάψει την κοινωνία και τους συνανθρώπους τους. Η μετάνοια, αυτή η μυστηριακή εξιλεωτική βιωματική πράξη, μπορεί να συντελεσθεί ακόμα και την ύστατη στιγμή κάτω από την απειλή του θανάτου που έρχεται. Αυτη η μετάνοια δεν είναι καλή μόνο για το άτομο που την βιώνει αλλά και για την κοινωνία που την αποδέχεται. Είναι σαν να επανέρχεται σε τάξη μια προηγούμενη αταξία που είχε συντελεσθεί μέσα στη φύση. Αλλά και στον κάθε άνθρωπο, από τον πιο αγνό ως τον πιο διεφθαρμένο, υπάρχει αυτή η τελευταία κρίση που η ίδια η συνείδηση του ανθρώπου τον υποβάλλει τις τελευταίες ώρες του και που σηματοδοτεί τις μεγάλες αλλαγές που ελευθερώνουν πραγματικά από τα δεσμά της ύλης. Δεν είναι δύσκολο να φαντασθεί κανείς, αλλά και η πραγματικότητα συνηγορεί, πως τα μίση ανάμεσα σε παιδιά και γονείς πολλές φορές τακτοποιούνται μέσα σε αυτή τη μυσταγωγία του περάσματος από την ζωή στο θάνατο, πως τα πάθη εξημερώνονται και η διαδικασία της εξιλέωσης ακολουθεί. Δεν μπορεί να φαντασθεί ο υλιστής άνθρωπος την ευλογία που σκορπίζει στους γύρω του αυτό το άτομο που έζησε την ζωή του μέσα σε μια καθαρότητα, σε μια αγιότητα, όταν φτάνει η στιγμή του ύστατου αποχωρισμού και η δύναμη της αγάπης είναι στο πιο μεγαλειώδες σημείο της, χωρίς φραγμούς, χωρίς την ντροπαλότητα για έκφραση. Όλα αυτά μπορούν να συμβούν μόνο όταν το άτομο διατηρήσει την εγρήγορσή του μέχρι τις τελευταίες στιγμές. Όλα αυτά χάνονται, όταν το άτομο βρίσκεται σε καταστολή, σε κώμα, κάτω από την καταπίεση της συνειδητότητας που επιβάλουν τα χημικά φάρμακα της συμβατικής ιατρικής, που αντικειμενικός τους σκοπός είναι να καταστείλουν τον φυσικό πόνο, αδιαφορώντας για την εγρήγορση. Έτσι «φυσιολογικά» πέθαιναν οι άνθρωποι μερικές δεκαετίες πριν, όταν δεν υπήρχαν όλα αυτά τα συστήματα και τα φάρμακα καταστολής.Τότε που ο θάνατος ήταν αποδεκτός από το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων σαν μια αναπόφευκτη φυσική διαδικασία, όπως άλλωστε ισχύει ακόμα στους φτωχότερους λαούς, που δεν έχουν τη «δυνατότητα» να πεθάνουν σαν «φυτά», και δεν εμπεριείχε τον φόβο που εμπεριέχει σήμερα η ιδέα του θανάτου στον σύγχρονο άνθρωπο,ο οποίος ζει αποκλειστικά μέσα στην ύλη και για την υλική του και μόνο απόλαυση. Αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε πραγματικά τη σημασία αυτής της αίσθησης ελευθερίας, αυτής της αίσθησης ότι ο άνθρωπος μπορεί να γυρίσει στην πηγή του καλύτερος από ό,τι ξεκίνησε. Ακόμα δεν γνωρίζουμε την αίσθηση και τη σημασία που έχει να αισθάνεται κάποιος τις ώρες της μετάβασης ότι έχει επιτελέσει το σκοπό της ζωής του, όποιος και να ήταν αυτός, ότι έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε ή σε αντίθετη περίπτωση να ζητήσει την συγχώρεση αφού δεν μπορεί να αποφύγει τον έλεγχο της συνείδησής του την ώρα της τελικής κρίσης, της τελικής ανασκόπησης της ζωής του ατόμου, εκτός και αν τον βοηθήσει κάποιος γιατρός να μην την ακούει, να μην την βλέπει, να μην την αισθάνεται με μεγάλες δόσεις μορφίνης.
Γιατί προέκυψε η ανάγκη για ευθανασία Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι πως και αν θα πρέπει να διακόπτουμε τη ζωή στους αρρώστους που υποφέρουν πολύ, αλλά γιατί προέκυψε αυτή η ανάγκη στους αρρώστους του δυτικού κόσμου. Γιατί υπάρχουν σήμερα τόσοι πολλοί άρρωστοι που καταλήγουν σε καταστάσεις τέτοιες, ώστε να χρειάζεται η ευθανασία; Ο λόγος είναι προφανής, αλλά η συμβατική ιατρική δεν θέλησε μέχρι σήμερα να δει το πρόβλημα κατάματα. Αύριο όταν θα χρειαστεί να το αντιμετωπίσει, θα βρεθεί σε ένα τρομερό αδιέξοδο, ηθικό αλλά και πρακτικό. Eίναι σχεδόν βέβαιο ότι τελικά οι άνθρωποι θα αφήνονται να πεθαίνουν φυσιολογικά, αφού το κόστος της διατήρησης της ζωής για μία ή δύο εβδομάδες θα είναι τεράστιο. Εάν θέλει κάποιος να διαβάσει σωστά τα δεδομένα που δημοσιεύονται σε εκατοντάδες έρευνες σε ιατρικά περιοδικά θα διαιστώσει ότι οι χρόνιες παθήσεις, στο δυτικό κόσμο, που είχε μέχρι σήμερα την καλύτερη δυνατή ιατρική περίθαλψη, συνεχώς αυξάνουν. O κύριος λόγος είναι η χωρίς μέτρο κατανάλωση των χημικών ουσιών και η τοξική τους δράση στους οργανισμούς. Είναι κυρίως τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, που είναι υπεύθυνα γι’ αυτό το γενικό εκφυλισμό του ανθρώπινου οργανισμού. Σε μία τελευταία έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Ιατρικού Συλλόγου της Αμερικής, αναφέρεται ότι μέσα σε ένα χρόνο, το 1998, 285.000 άρρωστοι πέθαναν εξαιτίας των φαρμάκων που έπαιρναν, σύμφωνα με τις οδηγίες των γιατρών τους και όχι εξαιτίας των ασθενειών, με αποτέλεσμα οι ιατρογενείς θάνατοι να χαρακτηρισθούν ως η τρίτη αιτία θανάτων στην Αμερική. Και η έρευνα καταλήγει αναφέροντας ότι τα περιστατικά που υποφέρουν χρονίως από τις παρενέργειες, είναι φυσικά πολλαπλάσια αυτών που βρήκαν το θάνατο. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι χρόνιες παθήσεις που καταλήγουν σε πραγματικά τραγικές καταστάσεις και για τις οποίες συζητείται ότι χρειάζονται ευθανασία, προκλήθηκαν στις δυτικές κοινωνίες κατεξοχήν από τα τοξικά φάρμακα. Οι νεφροπάθειες συνεχώς αυξάνονται και οι ασθενείς που χρειάζονται αιμοκάθαρση κάθε χρόνο αυξάνονται και μόνο αυτοί που δεν θέλουν να δουν την αλήθεια υποκρίνονται ότι δεν ξέρουν πως όλα αυτά τα νεφροτοξικά φάρμακα, όπως τα αναλγητικά, τα αντιβιοτικά, τα ψυχοφάρμακα κτλ, είναι κατεξοχήν υπεύθυνα. Παθήσεις όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας έχουν πάρει σχεδόν επιδημική μορφή στην Ευρώπη και την Αμερική, αλλά και όλες οι νευρομυϊκές παθήσεις όπως η πλαγία μυατροφική σκλήρυνση, οι μυοπάθειες, οι μυασθένειες, η μυϊκή δυστροφία, που καταλήγουν σε καταστάσεις τέτοιες που ο άνθρωπος χάνει εντελώς την αξιοπρέπειά του. Όλες αυτές είναι ασθένειες σχεδόν αποκλειστηκά της δύσεως, δεν απαντώνται παρά ελάχιστα στην Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική, όπου δεν χρησιμοποιούνται σε τέτοιο βαθμό, όπως στη δύση, τα τοξικά φάρμακα. Ζαχαροδιαβήτης, νεανικός διαβήτης, ασθματικές αλλεργικές παθήσεις, νόσοι του κολλαγόνου, παρουσιάζουν συνεχή αυξητική τάση στο δυτικό κόσμο που είχε μέχρι σήμερα την καλύτερη δυνατή ιατρική κάλυψη. Αλλά και οι βαριές ψυχασθένειες, που συνεχώς αυξάνονται, είναι προβλήματα κατεξοχήν του δυτικού κόσμου. Όλες αυτές οι χρόνιες παθήσεις καταλήγουν σε τραγικές καταστάσεις για τις οποίες συζητείται η ευθανασία. Επομένως η συμβατική ιατρική πρώτα δημιούργησε το πρόβλημα αυξάνοντας, και σε πολλές περιπτώσεις δημιουργώντας, τις χρόνιες παθήσεις και τώρα προσπαθεί να βρει τρόπους να καλύψει τον ασύλληπτο πόνο και το υποφέρειν που έρχεται στο τελικό στάδιο αυτών των χρονίων παθήσεων. Τι θα μπορούσε να κάνει η Ομοιοπαθητική Η ομοιοπαθητική εμπειρία έχει δείξει ότι αυτοί που ακολουθούν την ομοιοπαθητική ιατρική, όχι μόνο υπέφεραν λιγότερο αλλά και η εγρήγορσή τους μέχρι το τέλος ήταν μεγάλη.
Μερικά από τα πρακτικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει όποιος προσπαθήσει να δώσει απάντηση στο ερώτημα της Eυθανασίας
Τα θέμα αφορά το δικαίωμα του ασθενούς -που δεν έχει ελπίδα να ζήσει άλλο με αξιοπρέπεια- να επιταχύνει το θάνατό του με ένα είδος ανώδυνης «αυτοκτονίας», την οποία θα αναλάβει να εκτελέσει ο θεράπων ιατρός του, σε περίπτωση που ο ασθενής έχει ακόμα εγρήγορση ή σε περίπτωση που βρίσκεται σε καταστολή, δηλαδή σε κώμα, οπότε τότε θα μπορούν οι συγγενείς του να δώσουν την εντολή στον γιατρό να πραγματοποιήσει την ευθανασία. Όπως όλοι αντιλαμβάνονται, το θέμα αυτό δεν μπορεί να έχει καμία γενικά παραδεκτή απάντηση, εάν εξετασθεί μάλιστα από πολλαπλές πλευρές, όπως την πρακτική πλευρά, την κοινωνική του πλευρά, τη φιλοσοφική του πλευρά ή την θρησκευτική του πλευρά. Ας πάρουμε την πρακτική του πλευρά, για να δούμε τα άμεσα προβλήματα που προκύπτουν: 1. ποιος αποφασίζει ότι ο ασθενής δεν έχει καμία ελπίδα να ζήσει; Είναι μόνο ένας γιατρός, είναι ένα επιτελείο γιατρών, είναι μία ειδική μόνιμη επιτροπή, είναι η εισαγγελία και η επιτροπή, οι συνδυασμοί είναι άπειροι και οι πιθανότητες για τραγικά λάθη και παραλήψεις ασύλληπτες. Εδώ θα πρέπει να αναφέρω ότι αρκετά περιστατικά που ήσαν καταδικασμένα από γιατρούς της συμβατικής ιατρικής, έζησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. 2. εάν ο ασθενής είναι σε καταστολή, ποιος θα πάρει την απόφαση να δώσει την εντολή στο γιατρό: ο πιο άμεσος συγγενής, τα παιδιά, ο/η σύζυγος; Εάν αυτοί δεν υπάρχουν θα έχει το δικαίωμα ο πιο άμεσος συγγενής; 3. εάν σε πολλές περιπτώσεις διακυβεύονται κληρονομικά συμφέροντα ποιος έχει το δικαίωμα να πάρει μία τέτοια απόφαση; 4. εάν έχει ή δεν έχει προλάβει ο ασθενής να συντάξει τη διαθήκη του, δεν είναι άδικο να πάρουν την κληρονομιά αυτοί που είναι άμεσοι συγγενείς ενώ ο ασθενής θα επιθυμούσε να ήταν άλλος ο δέκτης; 5. εάν θα ήθελε να αλλάξει τη διαθήκη και δεν πρόφθασε; 6. ποια είναι τα πρακτικά αλλά κυρίως τα ηθικά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει ο γιατρός που θα εκτελέσει την εντολή; Aυτά είναι μερικά από τα προβλήματα που θα προκύψουν, αλλά η σειρά των ερωτημάτων δεν σταματά εδώ. Εύκολα επομένως καταλαβαίνει κανείς ότι από πρακτικής και κοινωνικής πλευράς, μια πειστική απάντηση σε αυτά τα προβλήματα είναι όχι μόνο δύσκολη αλλά σχεδόν αδύνατη. Αλλά τι θα συμβεί από κοινωνική άποψη όταν όλοι θα γνωρίζουν ότι υπάρχει δυνατότητα θεσμοθετημένη να διακόπτεται η ζωή ενός ανθρώπου με δικαιολογία την αξιοπρέπεια, αλλά στην πραγματικότητα τα συμφέροντα είναι αλλότρια; Εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας πως θα αισθάνονται οι βαριά ασθενείς, όταν δεν θα έχουν την δυνατότητα επιλογής όντας σε καταστολή και μάλιστα όταν η δυνατότητα επιλογής νόμιμα πλέον περνά σε κάποιο συγγενικό πρόσωπο. Ακόμα η φιλοσοφική άποψη δεν είναι ξεκάθαρη, όπως έδειξε η συζήτηση στην ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ (το περιοδικό του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών), παρ’ όλο ότι δεν εκλήθησαν να λάβουν μέρος σε αυτήν αξιόλογοι φιλόσοφοι που διαθέτει ο τόπος, όπως ο Χρήστος Γιανναράς, ο Ακαδημαϊκός K. Δεσποτόπουλος αλλά και τόσοι άλλοι. Η θρησκευτική άποψη που αφορά στην ορθοδοξία είναι ξεκαθαρη βέβαια. Δεν μπορεί κανείς να πάρει τη ζωή κάποιου άλλου, ακόμα και με τη συγκατάθεση ή τη θέλησή του και ως εκ τούτου κάτι τέτοιο δεν γίνεται αποδεκτό. Ωστόσο, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου που έλαβε μέρος στην συζήτηση στρογγυλής τράπεζας στον IΣA, δεν θέλησε να είναι ξεκάθαρος σε αυτό το θέμα. Προφανώς διότι καταλαβαίνει ότι το θέμα «καίει» και μια τέτοια απόφαση, εκ μέρους της εκκλησίας, με τις συνθήκες ιατρικής περίθαλψης που έχουν δημιουργηθεί σήμερα, όπου οι μισοί ασθενείς πεθαίνουν σε κώμα ή όπως ονομάζεται κομψότερα σε «καταστολή», θα φαίνονταν ίσως μονόπλευρη και εκτός πραγματικότητας. Αντίθετα ο κ. Δήμου έκανε μια απευθείας επίθεση στην χριστιανική άποψη. … Στην παρέμβαση που εκανα εγραφα: «Eντύπωση ωστόσο μου προκάλεσε η άποψη του κ. N. Δήμου που βρήκε την ευκαιρία να εκφράσει τα αντιχριστιανικά του αισθήματα, προβάλλοντας σαν πρότυπο τον Nίτσε, τον οποίο παρουσίασε σαν υπέρμαχο της αυτοκτονίας προκειμένου «να πεθάνεις περήφανα, όταν δεν μπορείις να ζήσεις περήφανα.» Aλλά ο Nίτσε (παρά τις θεωρίες του και τον αντιχριστιανισμό του) πέρασε τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του σε άσυλο, παράλυτος και τρελός, χωρίς να αυτοκτονήσει. Aς μην ξεχνάμε ακόμα ότι ο Nίτσε αποτέλεσε το σύμβολο και το πρότυπο όχι μόνο του κ. Δήμου αλλά και του Xίτλερ, ο οποίος, όμως, αυτοκτόνησε -προφανώς σύμφωνα με τη θεωρία του Nίτσε- αφού δεν μπορούσε πια να ζήσει...περήφανα.
Τελικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι και αν ακόμη αγνοήσουμε τα πρακτικά προβλήματα του θέματος, τα οποία είναι πολύ μεγάλα και το δούμε από καθαρά φιλοσοφική πλευρά, η απάντηση δεν είναι εύκολη.
|